αντωνυμία

αντωνυμία
Κλιτό μέρος του λόγου, που η κλασική γραμματική (Διονύσιος ο Θραξ) ερμήνευε και όριζε ως τη λέξη που αντικαθιστά ένα όνομα. Στην πραγματικότητα, όμως, o ρόλος της α. είναι ευρύτερος και θα μπορούσε να οριστεί ως η λέξη που δηλώνει, χωρίς να τα κατονομάζει, πρόσωπα και πράγματα, διευκρινίζοντας την ποσότητα και την ποιότητά τους και συχνά σχέσεις μέσα στον χώρο. H α. λοιπόν δεν εκφράζει μόνο μία έννοια που ήδη έχει ή πρόκειται να διατυπωθεί, αλλά δηλώνει και έννοιες, πρόσωπα ή πράγματα που δεν αναφέρονται κατά τρόπο ρητό. Στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, η α. έχει σχηματιστεί σε πανάρχαια εποχή. Κοινό χαρακτηριστικό της με τα ονόματα είναι η μορφολογική διάκριση των πτώσεων, ενώ το γένος δεν διακρίνεται πάντα (π.χ. εγώ, εσύ· λατινικά ego, tu) και ο αριθμός δηλώνεται συχνά σημασιολογικά και όχι μορφολογικά (π.χ. εγώ αντίθετα με το ημείς). Επειδή κάθε όνομα είναι είτε ουσιαστικό είτε επίθετο, η α. λειτουργεί στον λόγο άλλοτε ως ουσιαστικό και άλλοτε ως επίθετο, και μπορεί να είναι υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή οποιοσδήποτε ομοιόπτωτος ή ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός. Με κριτήριο μάλιστα την ονοματική ή επιθετική λειτουργία τους, οι α. χωρίζονται σε επιθετικές και ουσιαστικές. Από αυτή της τη λειτουργία μέσα στον λόγο γίνεται φανερό πως η α. δεν είναι αυτοδύναμο στοιχείο του λόγου, ούτε από την άποψη του περιεχομένου ούτε από την άποψη της μορφής· τη μορφή της (πτώση, αριθμός, γένος) καθορίζει πάντοτε το όνομα (ουσιαστικό ή επίθετο) στο οποίο παραπέμπει και το ουσιαστικό της περιεχόμενο πάλι από αυτό το στοιχείο του λόγου θα το αντλήσει. Οι γραμματικοί χώρισαν τις α. της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε εννέα κατηγορίες: προσωπικές, δεικτικές, οριστικές ή επαναληπτικές, κτητικές, αυτοπαθείς, αλληλοπαθείς, ερωτηματικές, αόριστες και αναφορικές· και στη δημοτική οι α. χωρίζονται στις ίδιες κατηγορίες. Από τις α. της αρχαίας γλώσσας άλλες πέρασαν στη δημοτική αμετάβλητες ή ελάχιστα αλλοιωμένες στη μορφή, με την ίδια όμως σημασία, άλλες διατήρησαν τη μορφή τους, πήραν όμως άλλη σημασία, άλλες τέλος έπεσαν σε αχρηστία και τη θέση τους πήραν νέοι λεκτικοί σχηματισμοί. Παράλληλα με τις προσωπικές α., που διατήρησαν λίγο έως πολύ την παραδοσιακή μορφή τους,σχηματίστηκαν από τη λαϊκότερη γλώσσα και οι περιφράσεις, του λόγου μου = εγώ, του λόγου σου = εσύ κλπ. και η αφεντιά μου, σου, του κλπ. Η οριστική επαναληπτική α. αυτός, -ή, -ό της αρχαίας, που διατηρήθηκε ανέπαφη ως προς τη μορφή, πήρε από την αναπλήρωση της προσωπικής α. του γ’ προσώπου (λειτουργία που ήδη ασκούσε και στην αρχαία γλώσσα) τη θέση της αρχαίας δεικτικής ούτος, αύτη, τούτο, ενώ έχασε την οριστική της σημασία, την οποία η δημοτική εκφράζει με τις α. ο ίδιος, -α,-ομόνος, -η, -ο. Οι προσωπικές α., που είναι και οι συνηθέστερες στην καθημερινή ομιλία, διατήρησαν την πανάρχαια μορφή τους χωρίς καταλήξεις και ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία. Στη δημοτική υπάρχουν δυνατοί και αδύνατοι τύποι προσωπικής α. Οι πρώτοι έχουν συνήθως περισσότερες συλλαβές από τους δεύτερους (εμένα - με, εσένα - σε, αυτός - τος, εμάς - μας, αυτούς - τους κλπ.) και προφέρονται τονισμένα, ενώ οι δεύτεροι ανήκουν στις εγκλιτικές ή προκλιτικές λέξεις· π.χ. πού ’ναι τος;, άφησέ τον, τους βοήθησα, τις προίκισε, προίκισέ τες κλπ. Η αυτοπαθής α. του γ’ προσώπου της αρχαίας ελληνικής εαυτού αποτέλεσε τη βάση για τον σχηματισμό όλων των τύπων των ιδιοπαθών α. της δημοτικής, με την προσθήκη του άρθρου, και των αδύνατων τύπων της προσωπικής α. (του εαυτού σου, τον εαυτό της, του εαυτού σας κλπ.). Από τις ερωτηματικές, η ποσοτική πόσος, -η, -ον πέρασε χωρίς καμιά μεταβολή στη δημοτική, ενώ η ποίος, -α, -ον διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφη ως προς τη μορφή, αφού απλώς κατέβηκε ο τόνος στη λήγουσα, άλλαξε όμως ως προς τη σημασία: ενώ στην αρχαία γλώσσα λειτουργούσε ως ποιοτική α., στη δημοτική πήρε τη θέση της αρχαίας τις, τι, η οποία διατηρήθηκε με τον παγιωμένο τύπο τι και για τα τρία γένη· αξίζει να αναφερθεί ότι πολλές φορές εμφανίζεται στη νέα γλώσσα η γενική τίνος, τίνων στην παλαιά ουσιαστική της σημασία, ως γενική της νεοελληνικής ουσιαστικής α. ποιος, π.χ. τίνος είναι το παιδί;. Από τις αρχαίες αναφορικές α. διατηρείται η οποίος, -α, -ον, η αοριστολογική όποιος, -α, -o και το άκλιτο ό,τι, υπόλειμμα της αναφορικής όστις, ήτις, ό,τι. Toν μεγαλύτερο όμως χώρο στις αναφορικές α. τείνει να καταλάβει στη δημοτική γλώσσα το άκλιτο που, του οποίου η χρήση καθιστά σχεδόν άχρηστες όλες τις άλλες αναφορικές, αφού μπορεί να πάρει τη θέση υποκειμένου, αντικειμένου ή εμπρόθετου προσδιορισμού· π.χ. ο στρατιώτης που (ο οποίος) σκοτώθηκε· ο ξένος που (τον οποίον) είδαμε· το κατάστημα που (από το οποίο) ψωνίζω. Η ποικίλη αυτή χρήση του που αποβαίνει συχνά σε βάρος της σαφήνειας του λόγου και γι’ αυτό όταν αντιστοιχεί σε πλάγια πτώση συνοδεύεται από προσωπική ή δεικτική α., στον αριθμό και το γένος της λέξης στην οποία αναφέρεται· π.χ. ένα σπίτι που η αυλή του ήταν μεγάλη. Στη θέση του που χρησιμοποιείται συχνά, για να αποφευχθεί η ασάφεια, και η α. οποίος· το ίδιο και όταν υπάρχουν πολλά πουστην ίδια φράση. Η δημοτική έχει και αρκετές άκλιτες α., όπως είναι κυρίως οι αόριστες κάτι, τίποτε, καθετί, δείνα, τάδε και άλλες που χρησιμοποιούνται στον καθημερινό λόγο. Στις γλώσσες που δεν είναι ινδοευρωπαϊκές υπάρχουν και ποικίλοι άλλοι τύποι α., όπως π.χ. στις προσωπικές υπάρχει μια μορφή περιληπτική και μια αποκλειστική: στη γλώσσα worora και γενικά στις αυστραλιανές γλώσσες υπάρχει η α. narendu (= εγώ και εσύ), περιληπτική, και arendu (= εγώ και αυτός, αλλά όχι εσύ), αποκλειστική.
* * *
η (AM ἀντωνυμία)
κλιτό μέρος του λόγου, κλιτή λέξη χρησιμοποιούμενη αντί ονόματος ουσιαστικού ή επιθέτου που δεν αναφέρεται στον λόγο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι)-* + -ωνυμία < -ώνυμος < όνυμα, αιολ. και δωρ. τ. του όνομα (πρβλ. επωνυμία μετωνυμία κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ἀντωνυμία — ἀντωνυμίᾱ , ἀντωνυμία pronoun fem nom/voc/acc dual ἀντωνυμίᾱ , ἀντωνυμία pronoun fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντωνυμίᾳ — ἀντωνυμίᾱͅ , ἀντωνυμία pronoun fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντωνυμία — η λέξη που χρησιμοποιείται στο λόγο αντί για όνομα: Οι αντωνυμίες της νεοελληνικής γλώσσας είναι οχτώ ειδών (προσωπικές, κτητικές, αυτοπαθείς, οριστικές, δεικτικές, αναφορικές, ερωτηματικές, αόριστες) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντωνυμίας — ἀντωνυμίᾱς , ἀντωνυμία pronoun fem acc pl ἀντωνυμίᾱς , ἀντωνυμία pronoun fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντωνυμίαι — ἀντωνυμίᾱͅ , ἀντωνυμία pronoun fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντωνυμίαν — ἀντωνυμίᾱν , ἀντωνυμία pronoun fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντωνυμιῶν — ἀντωνυμία pronoun fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντωνυμίαις — ἀντωνυμία pronoun fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συντακτικό — Μελέτη των συντακτικών αξιών των γλωσσικών τύπων. Από τους διάφορους τομείς έρευνας, που κληρονόμησε η σύγχρονη γλωσσολογία από την παραδοσιακή κανονιστική γραμματική, το σ. είναι εκείνο που θέτει τα περισσότερα προβλήματα. Κατά την αρχαία και τη …   Dictionary of Greek

  • ο — (I) ) ὅ (Α) (αρσ. τής αναφ. αντων., αντί ὅς) βλ. ος, η, ο. (II) ὅ (Α) (ουδ. τής αναφ. αντων.) βλ. ος, η, ο. (III) ὄ ὄ ὄ (Α) σχετλιαστικό επιφώνημα. η, το (ΑΜ ὁ, ἡ τό, Α δωρ. τ. θηλ. ἁ) Ι. ΚΛΙΣΗ: Α (στον εν.) 1. (γεν. τού, τής, τού (τοῡ, τῆς, τοῡ) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”